Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Needlepoint
01
διασταυρωμένη βελονιά, κέντημα με βελόνα
a type of embroidery that involves creating designs on canvas or other materials using a needle and thread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
needlepoints
02
δαντέλα δουλεμένη με βελόνα σε βελονιά κουμπότρυπας, κέντημα βελονιάς κουμπότρυπας
lace worked with a needle in a buttonhole stitch on a paper pattern
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
needlepoint
needle
point



























