necessity
ne
ni
ce
ˈsɛ
se
ssi
si
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "necessity"στα αγγλικά

01

ανάγκη, υποχρέωση

the fact that something must happen or is needed 
necessity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
necessities
Παραδείγματα
In many jobs, having a reliable internet connection is a necessity for performing daily tasks effectively. 

Σε πολλές δουλειές, η ύπαρξη μιας αξιόπιστης σύνδεσης στο διαδίκτυο είναι μια ανάγκη για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθημερινών εργασιών.

02

ανάγκη, απαραίτητο

a thing that is essential or required for basic living or functioning 
Παραδείγματα
Oxygen is a necessity for human life. 

Το οξυγόνο είναι μια ανάγκη για την ανθρώπινη ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store