Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Necessity
01
ανάγκη, υποχρέωση
the fact that something must happen or is needed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
necessities
Παραδείγματα
In many jobs, having a reliable internet connection is a necessity for performing daily tasks effectively.
Σε πολλές δουλειές, η ύπαρξη μιας αξιόπιστης σύνδεσης στο διαδίκτυο είναι μια ανάγκη για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθημερινών εργασιών.
02
ανάγκη, απαραίτητο
a thing that is essential or required for basic living or functioning
Παραδείγματα
Oxygen is a necessity for human life.
Το οξυγόνο είναι μια ανάγκη για την ανθρώπινη ζωή.



























