Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neanderthal
01
νεάντερταλ, αγροίκος
ill-mannered and coarse and contemptible in behavior or appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most neanderthal
συγκριτικός βαθμός
more neanderthal
διαβαθμίσιμο
02
νεαντερταλικός, που ανήκει ή σχετίζεται με τον Νεάντερταλ
relating to or belonging to or resembling Neanderthal man
Neanderthal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Neanderthals
Παραδείγματα
Neanderthals coexisted with early modern humans and shared a common ancestor.
Οι Νεάντερταλ συνυπήρχαν με τους πρώτους σύγχρονους ανθρώπους και μοιράζονταν έναν κοινό πρόγονο.



























