Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neanderthal
01
νεάντερταλ, αγροίκος
ill-mannered and coarse and contemptible in behavior or appearance
02
νεαντερταλικός, που ανήκει ή σχετίζεται με τον Νεάντερταλ
relating to or belonging to or resembling Neanderthal man
Neanderthal
Παραδείγματα
Neanderthals lived approximately 40,000 years ago and became extinct during the Pleistocene epoch.
Οι Νεάντερταλ έζησαν πριν από περίπου 40.000 χρόνια και εξαφανίστηκαν κατά την εποχή του Πλειστόκαινου.



























