Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
navigable
01
πλωτός, διασχίσιμος από πλοία
(of a sea or other area of water) deep or wide enough for ships or boats to travel through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most navigable
συγκριτικός βαθμός
more navigable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
water, transportation, geography
Παραδείγματα
The river remained navigable throughout the year.
Ο ποταμός παρέμεινε πλωτός όλο το χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
navigability
unnavigable
navigable
navig



























