navigable
na
ˈnæ
vi
vi
gable
gəbl
gēbl

Ορισμός και σημασία του "navigable"στα αγγλικά

01

πλωτός, διασχίσιμος από πλοία

(of a sea or other area of water) deep or wide enough for ships or boats to travel through 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most navigable
συγκριτικός βαθμός
more navigable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The river remained navigable throughout the year. 

Ο ποταμός παρέμεινε πλωτός όλο το χρόνο.

Λεξικό Δέντρο

navigability
unnavigable
navigable
navig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store