naval
na
ˈneɪ
nei
val
vəl
vēl
nasalnavelnatal

Ορισμός και σημασία του "naval"στα αγγλικά

01

ναυτικός, που σχετίζεται με τη θάλασσα

relating to the armed forces that operate at seas or waters in general 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The naval academy trains officers for service in the navy. 

Η ναυτική ακαδημία εκπαιδεύει αξιωματικούς για υπηρεσία στο ναυτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store