Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nauseous
01
ναυτιώδης, με ναυτία
feeling as if one is likely to vomit
Παραδείγματα
She felt nauseous before giving her presentation, a result of her nervousness.
Αισθάνθηκε ναυτία πριν από την παρουσίασή της, αποτέλεσμα της νευρικότητάς της.
02
προκαλεί ναυτία, αηδιαστικός
inducing the urge to vomit
Παραδείγματα
The nauseous fumes from the cleaning product filled the room.
Οι ναυτιώδεις αναθυμιάσεις από το προϊόν καθαρισμού γέμισαν το δωμάτιο.



























