Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Naupathia
01
ναυπαθία, ναυτία
motion sickness experienced while traveling on water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
naupathias
LanGeek



























