naturalist
natu
ˈnæʧ
ναιτσ
ra
ρα
list
lɪst
λιστ
naturist

Ορισμός και σημασία του "naturalist"στα αγγλικά

01

φυσιοδίφης

a scientist who studies the natural world, including plants, animals, and ecosystems 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
naturalists
Παραδείγματα
The naturalist conducted field research to study the behavior of endangered species in their habitat. 

Ο φυσιοδίφης πραγματοποίησε έρευνα στο πεδίο για να μελετήσει τη συμπεριφορά των απειλούμενων ειδών στο περιβάλλον τους.

02

φυσιοδίφης

an advocate of the doctrine that the world can be understood in scientific terms 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

naturalist
natural
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store