Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Natural gas
01
φυσικό αέριο
a fossil fuel in the gaseous state; used for cooking and heating homes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φυσικό αέριο