Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Natural fiber
01
fiber derived from plants or animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
natural fibers
LanGeek



























