nationalist
Pronunciation
/ˈnæʃənəɫəst/, /ˈnæʃənəɫɪst/, /ˈnæʃnəɫəst/, /ˈnæʃnəɫɪst/

Ορισμός και σημασία του "nationalist"στα αγγλικά

01

εθνικιστής, πατριώτης

one who loves and defends his or her country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nationalists
02

εθνικιστής, υπέρμαχος της εθνικής ανεξαρτησίας

an advocate of national independence of or a strong national government
nationalist
01

εθνικιστικός, πατριωτικός

related to or characteristic of nationalism, an ideology that prioritizes the interests and unity of a particular nation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nationalist party advocates for policies that prioritize the well-being and prosperity of the nation.
Το εθνικιστικό κόμμα υποστηρίζει πολιτικές που προτεραιοποιούν την ευημερία και την ευημερία του έθνους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store