Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nationalist
01
εθνικιστής, πατριώτης
one who loves and defends his or her country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nationalists
02
εθνικιστής, υπέρμαχος της εθνικής ανεξαρτησίας
an advocate of national independence of or a strong national government
nationalist
01
εθνικιστικός, πατριωτικός
related to or characteristic of nationalism, an ideology that prioritizes the interests and unity of a particular nation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nationalist leader promoted policies aimed at strengthening the country's sovereignty and identity.
Ο εθνικιστής ηγέτης προώθησε πολιτικές που στοχεύουν στην ενίσχυση της κυριαρχίας και της ταυτότητας της χώρας.
Λεξικό Δέντρο
nationalist
national



























