natal
na
ˈneɪ
nei
tal
təl
tēl
nasalnaval

Ορισμός και σημασία του "natal"στα αγγλικά

01

σχετικός με τη γέννηση, που αφορά τη γέννα

connected with the time or process of birth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Natal care is important for both mother and baby. 

Η γεννητική φροντίδα είναι σημαντική τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό.

02

natal, σχετικός με τους γλουτούς

of or relating to the buttocks 
01

Νατάλ, περιοχή Νατάλ

a region of eastern South Africa on the Indian Ocean 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02

Νατάλ, η πόλη Νατάλ

a port city in northeastern Brazil 

Λεξικό Δέντρο

natality
postnatal
prenatal
natal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store