Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nascent
01
αναδυόμενος, αναπτυσσόμενος
newly started or formed, and expected to further develop and grow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nascent
συγκριτικός βαθμός
more nascent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The startup is in its nascent stage but shows great potential for growth.
Η startup βρίσκεται στο απαρχαιωμένο στάδιο της αλλά δείχνει μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης.
Λεξικό Δέντρο
renascent
nascent
nasc



























