Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nasal septum
01
ρινικό διάφραγμα, σεπτούμ ρινικού
a partition of bone and cartilage between the nasal cavities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nasal septa



























