Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nasal cavity
01
ρινική κοιλότητα, κοιλότητα της μύτης
a hollow space in the nose that serves as a passage for air, helps filter and humidify inhaled air, and houses the sense of smell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nasal cavities
LanGeek



























