Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atonal
01
ατονικός, χωρίς τονικότητα
(of a piece of music) marked by a lack of tonality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atonal
συγκριτικός βαθμός
more atonal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
music, sound, art
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
atonalism
atonalistic
atonality
atonal
tone



























