Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mystification
01
μυστηριοποίηση
the act of confusing people by making things complicated to understand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mystifications
Παραδείγματα
Amidst the mystification created by conflicting reports, it became difficult to discern the truth of the matter.
Μέσα στη μυστηριοποίηση που δημιουργήθηκε από αντιφατικές αναφορές, έγινε δύσκολο να διακριθεί η αλήθεια του θέματος.
02
μυστικοποίηση, σύγχυση
something designed to mystify or bewilder
03
μυστικοποίηση
confusion resulting from failure to understand



























