mystification
mys
ˌmɪs
mis
ti
ti
fi
fi
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
cauterizationhybridizationserializationgesticulation

Ορισμός και σημασία του "mystification"στα αγγλικά

01

μυστηριοποίηση

the act of confusing people by making things complicated to understand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mystifications
Παραδείγματα
Amidst the mystification created by conflicting reports, it became difficult to discern the truth of the matter. 

Μέσα στη μυστηριοποίηση που δημιουργήθηκε από αντιφατικές αναφορές, έγινε δύσκολο να διακριθεί η αλήθεια του θέματος.

02

μυστικοποίηση, σύγχυση

something designed to mystify or bewilder 
03

μυστικοποίηση

confusion resulting from failure to understand 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store