Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mystic
01
μυστικιστικός, μυστηριώδης
of a secretive nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mystic
συγκριτικός βαθμός
more mystic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
spirituality, knowledge, perception
02
μυστικιστικός, σχετικός με τον μυστικισμό
relating to or characteristic of mysticism
03
μυστικιστικός, αποκρυφιστικός
relating to unclear religious or spiritual beliefs
Mystic
01
μυστικιστής, πνευματιστής
someone who believes in the existence of realities beyond human comprehension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mystics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mystic
myst



























