mystic
mys
ˈmɪs
mis
tic
tɪk
tik
mastic

Ορισμός και σημασία του "mystic"στα αγγλικά

01

μυστικιστικός, μυστηριώδης

of a secretive nature 
mystic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mystic
συγκριτικός βαθμός
more mystic
διαβαθμίσιμο
02

μυστικιστικός, σχετικός με τον μυστικισμό

relating to or characteristic of mysticism 
03

μυστικιστικός, αποκρυφιστικός

relating to unclear religious or spiritual beliefs 
01

μυστικιστής, πνευματιστής

someone who believes in the existence of realities beyond human comprehension 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mystics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store