myelography
mye
ˌmaɪɪ
maii
log
ˈlɒg
log
ra
phy
fi
fi

Ορισμός και σημασία του "myelography"στα αγγλικά

01

μυελογραφία, ακτινογραφία νωτιαίου μυελού

a diagnostic imaging method using contrast dye to visualize spinal cord abnormalities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
myelographies
Παραδείγματα
Healthcare professionals use myelography to visualize structures around the spine. 

Οι επαγγελματίες υγείας χρησιμοποιούν τη μυελογραφία για να απεικονίσουν δομές γύρω από τη σπονδυλική στήλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store