Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mycology
01
μυκολογία
the scientific study of fungi, including their taxonomy, biology, ecology, and uses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mycologies
Παραδείγματα
Mycology research focuses on understanding fungal diversity and evolution.
Η έρευνα στη μυκητολογία επικεντρώνεται στην κατανόηση της ποικιλομορφίας και της εξέλιξης των μυκήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mycologist
mycology
myco



























