Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muslin
01
μούσλινο, λεπτό βαμβακερό ύφασμα
a type of plain transparent fabric that is fine and lightweight, used for making garments, curtains or sheets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muslins



























