muslin
mus
ˈmʌz
μαζ
lin
lɪn
λιν

Ορισμός και σημασία του "muslin"στα αγγλικά

01

μούσλινο, λεπτό βαμβακερό ύφασμα

a type of plain transparent fabric that is fine and lightweight, used for making garments, curtains or sheets 
muslin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muslins

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store