muskmelon
musk
ˈmʌsk
μασκ
me
ˌmɛ
με
lon
lən
λαν

Ορισμός και σημασία του "muskmelon"στα αγγλικά

01

πεπόνι μοσχοάρωμο, πεπόνι

a variety of sweet melons that can have an orange, green, or white colored flesh 
muskmelon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muskmelons
Παραδείγματα
A scoop of muskmelon sorbet is the perfect dessert to cool down after a spicy meal. 

Μια κουταλιά σορμπέ πεπονιού είναι το τέλειο επιδόρπιο για να δροσιστείτε μετά από ένα πικάντικο γεύμα.

02

μουσκοπέπονο, δικτυωτό πεπόνι

any of several varieties of vine whose fruit has a netted rind and edible flesh and a musky smell 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

muskmelon

musk

+

melon

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store