Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Musclebuilding
01
δόμηση μυών, μυϊκή ανάπτυξη
exercise that builds muscles through tension
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























