Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Murrain
01
επιζωοτία, βουβαλίκη πανώλη
any severe and often infectious disease, especially one affecting cattle or other livestock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The farmer quickly isolated the sick cows to prevent the murrain from spreading.
Ο αγρότης απομόνωσε γρήγορα τις άρρωστες αγελάδες για να αποτρέψει την εξάπλωση της βουβαλίτιδας.



























