Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
murmuring
01
μουρμουρίζων, ψιθυριστός
making a soft, low, and indistinct sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most murmuring
συγκριτικός βαθμός
more murmuring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The murmuring brook created a peaceful backdrop for the outdoor meditation session.
Το μουρμουρίζον ρυάκι δημιούργησε ένα γαλήνιο σκηνικό για τη συνεδρία διαλογισμού στο ύπαιθρο.
Murmuring
01
μουσμουρισμός, ψίθυρος
a low continuous indistinct sound; often accompanied by movement of the lips without the production of articulate speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
murmurings
02
μουρμουρητό, παράπονο
a complaint uttered in a low and indistinct tone
Λεξικό Δέντρο
murmuring
murmur



























