murmuring
mur
ˈmɜ:
mu
ring
rɪng
ring

Ορισμός και σημασία του "murmuring"στα αγγλικά

01

μουρμουρίζων, ψιθυριστός

making a soft, low, and indistinct sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most murmuring
συγκριτικός βαθμός
more murmuring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The murmuring wind whispered through the trees, carrying the scent of pine. 

Ο μουρμουρίζων άνεμος ψιθύριζε μέσα από τα δέντρα, κουβαλώντας τη μυρωδιά της πεύκης.

01

μουσμουρισμός, ψίθυρος

a low continuous indistinct sound; often accompanied by movement of the lips without the production of articulate speech 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
murmurings
02

μουρμουρητό, παράπονο

a complaint uttered in a low and indistinct tone 

Λεξικό Δέντρο

murmuring
murmur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store