Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multiple sclerosis
01
πολλαπλή σκλήρυνση
a chronic progressive disease that primarily affects the central nervous system and is capable of causing problems with vision, balance, and speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























