muller
mu
ˈmʌ
ma
ller
miller

Ορισμός και σημασία του "muller"στα αγγλικά

01

ένα γουδί, ένα κρόταλο

a heavy tool of stone or iron (usually with a flat base and a handle) that is used to grind and mix material (as grain or drugs or pigments) against a slab of stone 
muller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mullers
02

δοχείο για ζεστό κρασί, διάταξη για ζεματισμένο κρασί

a vessel in which wine is mulled 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store