Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accelerated
01
επιταχυνόμενος, γρήγορος
moving or progressing at a faster rate than usual
Παραδείγματα
The accelerated speed of the car made him feel exhilarated as he drove down the highway.
Η επιταχυνόμενη ταχύτητα του αυτοκινήτου τον έκανε να νιώθει ενθουσιασμένος καθώς οδηγούσε στην εθνική οδό.
Λεξικό Δέντρο
accelerated
accelerate
acceler



























