Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muck about
[phrase form: muck]
01
συμπεριφέρομαι ανόητα ή παιχνιδιάρικα, χαζεύω αντί να δουλεύω
to engage in silly or playful behavior, typically when one should be focused on work or other responsibilities
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
muck
ενεστώτας
muck about
γ΄ ενικό πρόσωπο
mucks about
ενεστώτα μετοχή
mucking about
απλός αόριστος
mucked about
παθητική μετοχή
mucked about
Παραδείγματα
The manager will address any employees who consistently muck around and disrupt the workplace harmony.
Ο διαχειριστής θα απευθυνθεί σε οποιονδήποτε εργαζόμενο που συνεχώς παίζει και διαταράσσει την αρμονία στο χώρο εργασίας.
02
κακομεταχειρίζομαι, εξαπατώ
to mistreat someone, especially by subjecting them to frequent changes, dishonesty, or unreliable behavior
Dialect
British
Παραδείγματα
I've decided to leave the company; I ca n't tolerate being mucked about with unrealistic expectations and constant policy changes.
Αποφάσισα να φύγω από την εταιρεία· δεν αντέχω να κακομεταχειρίζομαι με μη ρεαλιστικές προσδοκίες και συνεχείς αλλαγές πολιτικής.



























