Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mow down
01
θερίζω, σφαγιάζω
to kill or cause harm to a large number of people, often through violent means
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
mow
ενεστώτας
mow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
mows down
ενεστώτα μετοχή
mowing down
απλός αόριστος
mowed down
παθητική μετοχή
mowed down
Παραδείγματα
Machine gun fire mowed down dozens of soldiers in a matter of minutes.
Το πυρ από πολυβόλο γδάρει δεκάδες στρατιώτες σε λίγα λεπτά.
02
καταστρέφω, χτυπώ
to make someone or something fall by hitting them with a vehicle
Παραδείγματα
The speeding driver mowed down a group of pedestrians crossing the street.
Ο οδηγός που οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα κατέστρεψε μια ομάδα πεζών που διέσχιζαν το δρόμο.



























