Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moviegoer
01
κινηματογραφόφιλος, τακτικός θεατής κινηματογράφου
someone who, on a regular basis, goes to the cinema
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moviegoers
Παραδείγματα
The moviegoer eagerly awaited the release of the latest blockbuster film.
Ο κινηματογραφόφιλος περίμενε με ανυπομονησία την κυκλοφορία της τελευταίας ταινίας blockbuster.



























