mourner
mour
ˈmɔ:
μο
ner
να
cornerwarner

Ορισμός και σημασία του "mourner"στα αγγλικά

01

πενθούν, θρηνητής

a person who is sad or grieving because someone has died 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mourners
Παραδείγματα
Each mourner paid their respects at the funeral. 

Κάθε πενθών έδωσε τα σέβη του στην κηδεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mourner
mourn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store