to mount up
mount
maʊnt
mawnt
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "mount up"στα αγγλικά

to mount up
01

ανεβαίνω, καταπήγω

get up on the back of 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
mount
ενεστώτας
mount up
γ΄ ενικό πρόσωπο
mounts up
ενεστώτα μετοχή
mounting up
απλός αόριστος
mounted up
παθητική μετοχή
mounted up
02

συσσωρεύομαι, αυξάνομαι σταδιακά

to gradually increase in quantity or intensity over time 
Παραδείγματα
The bills started to mount up after she lost her job. 

Οι λογαριασμοί άρχισαν να συσσωρεύονται αφού έχασε τη δουλειά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store