Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
athletic
01
αθλητικός, σπορ
related to athletes or their career
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most athletic
συγκριτικός βαθμός
more athletic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The athletic competition drew athletes from across the country to compete in various events.
Ο αθλητικός διαγωνισμός προσέλκυσε αθλητές από όλη τη χώρα για να αγωνιστούν σε διάφορα αγωνίσματα.
02
αθλητικός, αθλητικός
physically active and strong, often with a fit body
Παραδείγματα
His athletic physique was the result of years of dedicated training and healthy lifestyle choices.
Το αθλητικό του σώμα ήταν το αποτέλεσμα χρόνων αφοσιωμένης προπόνησης και υγιεινών επιλογών τρόπου ζωής.
03
αθλητικός, αθλητικός
energetic and physically capable, typically engaging in sports or other vigorous activities
Παραδείγματα
The athletic teenager excelled in various sports, showcasing strength and agility on the field.
Ο αθλητικός έφηβος διακρίθηκε σε διάφορα αθλήματα, επιδεικνύοντας δύναμη και ευκινησία στο γήπεδο.
Λεξικό Δέντρο
athletic
athlete



























