motorist
Pronunciation
/ˈmoʊtɝɪst/

Ορισμός και σημασία του "motorist"στα αγγλικά

01

οδηγός αυτοκινήτου, οδηγός

someone who drives a car or other motor vehicle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motorists
Παραδείγματα
The motorist wore a seatbelt and checked the mirrors before starting the car.
Ο οδηγός φόρεσε τη ζώνη ασφαλείας και έλεγξε τους καθρέφτες πριν ξεκινήσει το αυτοκίνητο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store