Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motor pool
01
στόλος στρατιωτικών οχημάτων, δεξαμενή στρατιωτικών οχημάτων
a fleet of military vehicles controlled by a single agency and available for use as needed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motor pools
02
πισίνα οχημάτων, στόλος οχημάτων
a group of vehicles shared by a company or organization for employees to use as needed
Παραδείγματα
The university's motor pool ensures that faculty and staff have access to reliable transportation for official business.
Η στοά οχημάτων του πανεπιστημίου διασφαλίζει ότι οι καθηγητές και το προσωπικό έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστα μέσα μεταφοράς για επίσημη δουλειά.



























