motor oil
Pronunciation
/mˈoʊɾɚɹ ˈɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "motor oil"στα αγγλικά

01

λαδι κινητήρα, λάδι για κινητήρα

the lubricating oil used in internal combustion engines
motor oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The motor oil lubricated the engine's moving parts.
Το λαδι μοτερ λίπανε τα κινούμενα μέρη του κινητήρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store