Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motor horn
01
κόρνα, συσκευή ηχητικής προειδοποίησης
a device on an automobile for making a warning noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
motor horns
LanGeek



























