Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motor
Παραδείγματα
Electric motors are widely used in appliances, vehicles, and industrial equipment.
Οι ηλεκτρικοί κινητήρες χρησιμοποιούνται ευρέως σε συσκευές, οχήματα και βιομηχανικό εξοπλισμό.
02
κινητήρας, κινητήρας
any agent or force that causes movement or initiates motion
Παραδείγματα
Motivation is the motor that drives personal achievement.
Το κίνητρο είναι ο κινητήρας που οδηγεί στην προσωπική επίτευξη.
to motor
01
οδηγώ, κινούμαι
to move or travel using a motor or engine-powered vehicle
Παραδείγματα
We decided to motor to the beach for the weekend.
Αποφασίσαμε να πάμε με μηχανή στην παραλία για το σαββατοκύριακο.
motor
01
κινητικός, κινητικός
relating to the transmission of signals from the central nervous system to muscles
Παραδείγματα
Motor neurons transmit signals from the brain and spinal cord.
Οι κινητικοί νευρώνες μεταδίδουν σήματα από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό.
02
κινητήριος, με κινητήρα
capable of producing or causing movement
Παραδείγματα
The motor mechanism converts electrical energy into motion.
Ο μηχανισμός κινητήρα μετατρέπει την ηλεκτρική ενέργεια σε κίνηση.
Λεξικό Δέντρο
motorial
motorist
motorize
motor



























