Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mother figure
01
μητρική φιγούρα, μητρικός χαρακτήρας
a woman who evokes the feelings usually reserved for a mother
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mother figures
02
μητρική φιγούρα, μητρικό πρότυπο
a character, usually female, who functions as a nurturing or guiding influence over the other characters, often acting in a maternal role



























