mother-in-law
Pronunciation
/ˈmʌðɚ ɪn ˌlɔ/

Ορισμός και σημασία του "mother-in-law"στα αγγλικά

01

πεθερά, μητέρα του συζύγου

someone who is the mother of a person's wife or husband
mother-in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mothers-in-law
Παραδείγματα
Her mother-in-law offered invaluable advice and support during difficult times.
Η πεθερά της προσέφερε ανεκτίμητες συμβουλές και υποστήριξη σε δύσκολες στιγμές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store