Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mosquito bite
01
τσίμπημα κουνουπιού, δάγκωμα κουνουπιού
a small, raised mark on the skin caused by the bite of a mosquito, often accompanied by itching and swelling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mosquito bites
Παραδείγματα
She scratched her mosquito bite until it turned red and swollen.
Ξύσπισε το τσίμπημα κουνουπιού της μέχρι να γίνει κόκκινο και πρησμένο.



























