mortuary
mort
ˈmɔ:t
mawt
ua
jʊə
yue
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "mortuary"στα αγγλικά

01

νεκροτομείο, νεκροθάλαμος

a place where dead bodies are kept temporarily before burial or cremation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mortuaries
Παραδείγματα
The body was taken to the hospital mortuary. 

Το σώμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο του νοσοκομείου.

01

κηδευτικός, νεκρικός

of or relating to a funeral 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

κηδευτικός, σχετικός με τον θάνατο

of or relating to or characteristic of death 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store