Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Morphology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03
μορφολογία, μελέτη των φυσικών χαρακτηριστικών της γης
a branch of geology that studies the physical features of earth including rocks and minerals and their characteristics
Λεξικό Δέντρο
morphologic
morphology
morpho



























