morning time
mor
ˈmɔ:
μο
ning
nɪng
νινγκ
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "morning time"στα αγγλικά

01

πρωί, πρωινή ώρα

the time period between dawn and noon 
morning time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store