morgue
morgue
mɔrg
mawrg
/mˈɔːɡ/

Ορισμός και σημασία του "morgue"στα αγγλικά

01

νεκροτομείο, νεκροφυλακή

a place where dead bodies are kept before burial or cremation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
morgues
Παραδείγματα
The morgue is located in a separate building behind the hospital.
Το νεκροτομείο βρίσκεται σε ξεχωριστό κτίριο πίσω από το νοσοκομείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store