morass
mo
mə
mē
rass
ˈræs
rās
morals

Ορισμός και σημασία του "morass"στα αγγλικά

01

βάλτος, τέλμα

a muddy and wet piece of land in which it is possible to get stuck 
morass definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
morasses
Παραδείγματα
The hikers struggled to cross the morass, sinking into the mud with each step. 

Οι πεζοπόροι δυσκολεύτηκαν να διασχίσουν τον βάλτο, βυθιζόμενοι στη λάσπη με κάθε βήμα.

02

βάλτος, ακαταστασία

a complex or confusing situation that is difficult to navigate 
Παραδείγματα
The company's finances were entangled in a morass of debts and unpaid bills. 

Οι οικονομικές υποθέσεις της εταιρείας ήταν μπλεγμένες σε ένα βάλτο χρεών και απλήρωτων λογαριασμών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store