Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moralize
01
ηθικοποιώ, βελτιώνω την ηθική
improve the morals of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moralize
γ΄ ενικό πρόσωπο
moralizes
ενεστώτα μετοχή
moralizing
απλός αόριστος
moralized
παθητική μετοχή
moralized
02
ηθικολογώ, κάνω κήρυγμα
to be critical of people and tell them what is right and wrong in order to establish one’s superiority
03
ηθικοποιώ, ερμηνεύω την ηθική σημασία
interpret the moral meaning of
Λεξικό Δέντρο
demoralize
moralizing
moralize
moral



























