Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moral principle
01
ηθική αρχή, ηθική αρχή
the principles of right and wrong that are accepted by an individual or a social group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moral principles
02
ηθική αρχή, ηθική αρχή
the principle that conduct should be moral
LanGeek



























