Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moorhen
01
νεροκότα, φουρναρόπαπια
a mid-sized aquatic bird with black plumage and a red bill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moorhens
02
θηλυκό κόκκινο όρνιο, βουνοπούλι
female red grouse



























